Ιστορία

Σύμφωνα με τη Μυθολογία, η Μύκονος σχηματίστηκε από τα πετρωμένα σώματα των γιγάντων που σκότωσε ο Ηρακλής, και πήρε το όνομά της από τον γιο του Απόλλωνα, Μύκονο. Οι ανασκαφές στην περιοχή της Φτελιάς έφεραν στο φως σημαντικό νεολιθικό οικισμό ενώ στα ιστορικά χρόνια αναδείχτηκαν οι δύο αρχαίες πόλεις του νησιού, Μύκονος και Πάνορμος.

Οι αρχαίοι συνέδεσαν το νησί με το μύθο του αγώνα του Ηρακλή με τους Γίγαντες.

Η αρχαία πόλη της Μυκόνου ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα π.Χ. από Ίωνες από την Αθήνα που με αρχηγό τον Ιπποκλή, γιο τού Νηλέα εγκαθίστανται στο νησί, στη θέση της σημερινής Χώρας.

Οι Ίωνες έδιωξαν τους Κάρες, τους Φοίνικες και τους Λέλεγες με μικρασιατική καταγωγή που σύμφωνα με τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του κεντρικού χώρου του Αιγαίου με μετακινήσεις στο χώρο αυτό.

Παρά το ότι η Μύκονος είναι πλησιέστατα της Δήλου και συνεπώς σε ένα λατρευτικό κέντρο της αρχαιότητος, ελάχιστα είναι τα περί Μυκόνου κατά τους κλασσικούς χρόνους στοιχεία τα οποία είναι γνωστά. Η Μύκονος σαφώς είχε στενούς δεσμούς με τη Δήλο και ήταν μέλος της Δηλιακής συμμαχίας. Κατά την ακμή της Δήλου η Μύκονος γνώρισε μια ευημερία επωφελούμενη από την οικονομική άνθηση του γειτονικού νησιού, αλλά με την καταστροφή της Δήλου περιέπεσε σε αφάνεια.

Το νησί βρισκόταν στο σταυροδρόμι των εμπορικών οδών του παρελθόντος. Έτσι, πάντα κινούσε το ενδιαφέρον διαφόρων επιδόξων κατακτητών. Όμως η φτώχεια του νησιού δεν προσέλκυσε τους κατακτητές να κάνουν μόνιμες βάσεις εκεί. Έτσι, ούτε οι Ενετοί, ούτε οι Τούρκοι αργότερα, άφησαν αξιοσημείωτα μνημεία όπως έκαναν στις υπόλοιπες Κυκλάδες.

Μετά από μια βυζαντινή περίοδο, από το 1204 με την πτώση της Πόλης στους Φράγκους, το νησί περνάει στα χέρια των Βενετών. Από τότε πέρασαν από νησί Καταλανοί, πειρατές κατά καιρούς, Τούρκοι βεβαίως και για ένα μικρό διάστημα κατά την περίοδο της Μεγάλης Αικατερίνης και τον Ορλώφ, πέρασαν και οι Ρώσοι, μέχρι την απελευθέρωση με το 1821.

Από τότε μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα η ιστορία της Μυκόνου δεν έχει κάτι το ξεχωριστά ενδιαφέρον. Οι κάτοικοι αγωνίζονταν πάντα με τη θάλασσα, καθώς η  Μύκονος ήταν πάντα ένα άγονο νησί. που αγωνιζόταν να επιβιώσει ανά τους αιώνες. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η ζωή στη Μύκονο, δύσκολη στην αρχή, άρχισε σιγά σιγά να τονώνεται από την οικονομική αυτονομία, που της χάριζε η σταδιακή καθιέρωσή της, ως ιδανικού θέρετρου, στην συνείδηση της εγχώριας και της ξένης οικονομικής και πνευματικής "ελίτ". Σε τούτο, βοήθησε καθοριστικά η παρουσία της Γαλλικής Αρχαιολογικής Εταιρίας και η διεξαγωγή επί πολλές δεκαετίες των ανασκαφών, που έφεραν στο φως τους ανεκτίμητους θησαυρούς του ερειπιώνα της Δήλου. Στα μισά του 20ου αιώνα περίπου η Μύκονος "ανακαλύφθηκε" από ντόπιους και ξένους με αποτέλεσμα να γίνει ένα από τα πιο γνωστά τουριστικά μέρη στον κόσμο.

Οι κάτοικοι, εύκολα προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες, γεγονός, που απέδωσε το επιτυχημένο μυκονιάτικο τουριστικό μοντέλο. Καθοδηγημένοι από τη διαίσθηση και την εργατικότητά τους, οι Μυκονιάτες, εξασφάλισαν στο νησί τους, αίγλη και πλούτο. Σήμερα το νησί της Μυκόνου, συμπληρώνει τις υποδομές του, βελτιώνει τις προσφερόμενες υπηρεσίες του και διεκδικεί σταθερά, μια εξέχουσα θέση, στον διεθνές τουρισμό, με ανταγωνιστές, πολύ μεγαλύτερων μεγεθών. Μόνη της δε, συγκεντρώνει το 1/10 περίπου της τουριστικής κίνησης όλης της χώρας. Με την Μύκονο έχουν συνδέσει το όνομά τους, ή την έχουν επισκεφθεί, κάθε λογής προσωπικότητες από όλους τους χώρους της ανθρώπινης δράσης.

Σήμερα το νησί είναι γνωστό και για τους πολυάριθμους μύλους και περιστεριώνες του, δείγματα της πολιτιστικής κληρονομιάς και λαϊκής αρχιτεκτονικής του, γνήσια στολίδια αιγαιοπελαγίτικης τέχνης.

Ασχολίες των κατοίκων

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ζωής στην Μύκονο βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τις εδαφικές και κλιματολογικές ιδιαιτερότητες του νησιού. Η Μύκονος είναι από τα λιγότερο ορεινά κυκλαδικά νησιά. Στερείται δασών και η χλωρίδα της είναι φτωχή. Έχει μικρές κοιλάδες από τις οποίες η κυριότερη είναι αυτή της άνω Μεράς. 

Οι Μυκονιάτες ασχολήθηκαν ανέκαθεν με τη ναυτιλία. Η γεωργία και η κτηνοτροφία ασκούνταν ως οικιακή απασχόληση για τις ανάγκες της οικογένειας. Ωστόσο υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν τεχνίτες που τα τεχνουργήματα ή τα προϊόντα τους συνιστούν αυτή τη στιγμή τους «τόπους» όπου η αγορά του νησιού συναντά τη μνήμη και το παρελθόν της και που μπορούν στις ρωγμές του τουριστικού χρόνου, να τους επισκεφθούν όσοι ενδιαφέρονται να δουν την άλλη όψη της ζωής του τόπου, με τις μυρωδιές από ένα όχι και τόσο ξεχασμένο παρελθόν.

Μετά την φθορά της ιστιοφόρου ναυτιλίας κατά τον Αγώνα του 1821 για την απελευθέρωση από τους Τούρκους η ναυτιλία της Μυκόνου ανέκαμψε γρήγορα και ο εμπορικός της στόλος εξασφάλισε οικονομική άνεση στους κατοίκους του νησιού. Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα τα καράβια της μεταφέρουν σιτάρι από την Ανατολή προς τη Δύση και επέστρεφαν με βιομηχανικά προϊόντα και είδη πολυτελείας, όπως καθρέπτες, κάδρα, έπιπλα, σκεύη κ.ά.

Οι αλλαγές που επέφερε η επικράτηση του ατμού στην ναυτιλία επηρέασαν αρνητικά την οικονομική ζωή στη Μύκονο, η οποία παλιό, παραδοσιακό ναυτικό κέντρο, όπως το Γαλαξίδι, η Ύδρα και οι Σπέτσες, δεν μπόρεσε να εκσυγχρονισθεί. Λιγοστοί καπεταναίοι, και πολύ αργότερα, θα κατορθώσουν να ξεπεράσουν την κρίση και να φθάσει μεταπολεμικά η μυκονιάτικη ναυτιλία τα 20 σκάφη.

Σήμερα η ανάπτυξη του τουρισμού έχει εξασφαλίσει στον μόνιμο πληθυσμό του ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Εκτός από την οικονομική ανάπτυξη η Μύκονος ως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούσε δραστήριο χώρο πνευματικής κίνησης για θέματα που αφορούσαν την τοπική ιστορία, τη λαογραφία, τη λογοτεχνία.