Ιστορία


Πρώτοι κάτοικοι του νησιού ήταν οι Φοίνικες και κατά την αρχαιότητα λεγόταν "Ωλίαρος". Ως Αντίπαρος αναφέρεται πρώτη φορά το 13ο αιώνα μ.Χ. παρά το γεγονός ότι το όνομά της είναι αρχαίο. Αντίπαρος ήταν το όνομα ενός από τους 50 γιους του Αίγυπτου, ο οποίος δολοφονήθηκε από τη σύζυγό του Κριτομύθεια, μία από τις 50 Δαναΐδες.

Κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων το νησί υπέφερε από πειρατείες οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι και τους Μεσαιωνικούς Χρόνους. Το 1207 το νησί κατακτήθηκε από τον ανιψιό του Δόγη της Βενετίας, Μάρκο Σανούδο.

Στις αρχές του 15ου αιώνα η Αντίπαρος υποχρεωνόταν κάθε χρόνο να δίνει στο Δουκάτο της Νάξου 30 κωπηλάτες, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ήταν πυκνοκατοικημένη. Στα μέσα του 15ου αιώνα ο Βενετός Λορεντάνο, ο οποίος είχε παντρευτεί την Μαρία Σομμαρίπα που είχε πάρει προίκα την Αντίπαρο, έχτισε το κάστρο στο νησί για να του προσφέρει ασφάλεια. Οι πειρατικές επιδρομές συνεχίστηκαν, στη συνέχεια το νησί υπέστη μεγάλη καταστροφή από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.

Το 1537 το νησί, όπως και οι υπόλοιπες Κυκλάδες, πέφτει στα χέρια των Τούρκων και παραμένει υπό την κατοχή τους μέχρι το 1770, όταν φτάνει στο νησί ο ρωσικός στόλος των αδελφών Ορλόφ. Το 1774 πέφτει πάλι στα χέρια των Τούρκων, παίρνει μέρος στην επανάσταση του 1821 και το 1830 ενώνεται με την Ελλάδα. Οι λεηλασίες, οι καταστροφές και οι σφαγές ήταν η μοίρα των κατοίκων του νησιού στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων που περνούσε από τον έναν κατακτητή στον άλλον. Παρ' όλα αυτά στο νησί λειτουργούσε γυμνάσιο, στο οποίο πήραν την πρώτη τους μόρφωση πολύ σπουδαίοι άνθρωποι, όπως ο Νεόφυτος Μαυρομάτης, Δεσπότης Ναυπάκτου, και ο διάκονος Ανανίας, ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους του Έθνους.