GreekEnglish (United Kingdom)Russian (CIS)
AmorgosAnafiAndrosAntiparosYarosDilosDonoussaFolegandrosIosIrakliaKeaKerosKimolosKoufonisiaKythnosMakronisosMilosMykonosNaxosParosSantoriniSerifosSifnosSikinosSpecial IslandsSchoinoussaSyrosThirasiaTinos
Βρίσκεστε εδώ: Για τους επαγγελματίες / Τα νησιά / Σίφνος / Ιστορία

Ιστορία

Στα προϊστορικά χρόνια η Σίφνος ήταν ακατοίκητη, όπως άλλωστε και όλες οι Κυκλάδες, γεμάτη δάση και πλούσια πανίδα. Η κατάσταση αυτή άρχισε να αλλάζει κατά τη νεολιθική περίοδο που τα νησιά κατοικήθηκαν, οπότε και οι άνθρωποι άρχισαν να καίνε τα δάση, για να δημιουργήσουν χωράφια και βοσκοτόπια. Έτσι διαμορφώθηκε το κυκλαδικό τοπίο, όπως το ξέρουμε σήμερα.

Η Σίφνος κατοικήθηκε από Προέλληνες ή Αιγαίους (3000-2000 π.Χ.). Στην περιοχή του Αγίου Σώστη λειτούργησε το πρώτο αργυρωρυχείο στον κόσμο (τέλη τέταρτης αρχή τρίτης χιλίετίας π.χ) το οποίο θεωρείται από τους επιστήμονες ότι με την λειτουργία του συνέβαλε αποφασιστικά στο πέρασμα από την εποχή του λίθου στην εποχή του χαλκού και μαζί με τα υπόλοιπα ορυχεία (χρυσού, χαλκού,σιδήρου στις περιοχές
'Aη Σιλίβεστρου, Βορινής, Κάψαλου και Ξερού Ξύλου) έκανε τη Σίφνο ένα από τα πλουσιότερα μέρη του αρχαίου κόσμου και κέντρο του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού με την αρχαιολογική σκαπάνη να φέρνει στο φως προϊστορικούς τάφους στο Ακρωτηράκι και στην Πούντα.

Γύρω στο 2000-1450 π.Χ., η Σίφνος δέχτηκε μινωικές επιδράσεις, το νησί ονομάστηκε Μερόπη και ιδρύθηκε η αρχαία πόλη Μινώα, που σήμερα βρίσκεται πιθανώς στην περιοχή Ελληνικά. Ακολούθησε η μυκηναϊκή εποχή με τις ακροπόλεις στις περιοχές: Προφήτης Ηλίας του Τρουλλακιού, 'Aγιος Ανδρέας, Αγ. Νικήτας, Κάστρο.

Από το 1130-1120 π.Χ. Εγκαταστάθηκαν στο νησί Ίωνες από την Αθήνα με αρχηγό τον Αλκήνορα. Πιθανολογείται η ίδρυση του "άστεως" του σημερινού Κάστρου και η μετονομασία του νησιού σε Σίφνος.

Από τον 8ο-5ο αι. π.Χ. Η Σίφνος γνώρισε οικονομική άνθιση χάρη στο μεταλλευτικό της πλούτο και έκοψε δικό της νόμισμα. Τότε οχυρώθηκε η πόλη, ιδρύθηκαν το πρυτανείον, η αγορά, τα ιερά και φρυκτωρίες, παρατηρητήρια, "οπτικοί τηλέγραφοι" για μεγαλύτερη προστασία του ορυκτού πλούτου.

Το 525 πΧ. ιδρύθηκε ο περίφημος θησαυρός των Σιφνίων στους Δελφούς και οι Σίφνιοι έλαβαν την τιμητική διάκριση της "προμαντείας". Το 524 π.Χ. Σάμιοι πολιτικοί εξόριστοι επέδραμαν στο νησί και αποχώρησαν συναποκομίζοντας το ποσό των εκατόν ταλάντων, πράξη που κλόνισε την οικονομία του μαζί με το μυθολογούμενο καταποντισμό των παράλιων μεταλλείων του 'Aη Σώστη.
Κατά τους περσικούς πολέμους οι Σίφνιοι αρνήθηκαν να δώσουν "γήν και ύδωρ" και έλαβαν μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) με μία πεντηκόντορο, κωπήλατο πλοίο με πενήντα κουπιά.
Στη συνέχεια η Σίφνος έγινε μέλος της Α΄ και Β΄ αθηναϊκής συμμαχίας. Την εποχή εκείνη έζησε στο νησί ο Σίφνιος ποιητής και μουσικός Φιλοξενίδης.
Το 388 π.Χ. το νησί περιήλθε στη μακεδονική εξουσία.

Από το 146 π.Χ.-324 π.Χ. η Σίφνος διετέλεσε υπό ρωμαϊκή κατοχή. Κατάλοιπα μνημεία της ρωμαϊκής εποχής είναι μαρμάρινες λάρνακες με γλυπτό διάκοσμο που σώζονται στο Κάστρο και βωμός που κατέχει τη θέση της αγίας τράπεζας στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου.

Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο το νησί άνηκε στην βυζαντινή "Επαρχία των Νήσων" με πρωτεύουσα τη Ρόδο, ενώ κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο αποτελούσε τμήμα του "Θέματος του Αιγαίου Πελάγους" με πρωτεύουσα τη Σάμο.
Κατά τη διάρκεια των εικονομαχιών, εξαιτίας των διωγμών κατά των εικονόφιλων, πολλοί πνευματικοί άνθρωποι κληρικοί και λαϊκοί βρήκαν καταφύγιο στη Σίφνο και συνέβαλαν στην πνευματική ανάπτυξη του νησιού.

Από το 1207-1262 η Σϊφνος διετέλεσε υπό τους δούκες του Αρχιπελάγους, Μάρκο και 'Aγγελο Σανούδο, αργότερα επανήλθε στην κυριαρχία του Βυζαντίου και το 1307 κατακτήθηκε και κυβερνήθηκε από το δυναστικό οίκο των Ντακορόνια.  Το 1464 με το γάμο της Μαριέτας Ντακορόνια και του Νικολάου Γοζαδίνου, του ηγεμονικού οίκου Κέας και Θερμίων, η Σίφνος περιήλθε στην ηγεμονία των Γοζαδίνων.

Το 1537 ο  Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα προσάρτησε το νησί στο οθωμανικό κράτος, ενώ με εξαίρεση μικρά διαλείμματα, ηγεμόνευσαν οι Γοζαδίνοι υπό τουρκική επικυριαρχία έως το 1617.

Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το νησί διοικούσε ο Τούρκος αρχηγός του στόλου (καπουδάν πασά). Τότε παράλληλα με τα ενοριακά ελληνικά σχολεία λειτούργησαν για προσηλυτιστικούς σκοπούς και σχολεία από καθολικούς ιερείς (Τζιάκομο Ντελλαρόκα-Ντομένικο Ντελλαγκραμμάτικα, 1625-1634, Φραντέσκο Μικελούτσι 1647-1649 , Βαρθολομαίο Νταπόλλα, Γεώργιο Περή (1660-1664) στα οποία φοιτούσαν και ορθόδοξοι μαθητές.

Το 1642 ο μεγαλέμπορος και επίτροπος της Σίφνου Βασίλειος Λογοθέτης ίδρυσε το μοναστήρι της Παναγίας της Βρυσιανής, ενώ από το 1646 έως το 1797 η Σίφνος υπήρξε έδρα Αρχιεπισκοπής με δικαιοδοσία σε έντεκα νησιά και έδρα της Επισκοπής Σιφνομήλου

Από το 1687-1854 είναι μια περίοδος ακμής της Παιδείας στη Σίφνο. Τότε λειτούργησε η περίφημη Σχολή του Αγίου Τάφου, γνωστή ως "Παιδευτήριον του Αρχιπελάγους". Στο ομώνυμο μετόχι στην είσοδο του Κάστρου, πρωτεύουσας του νησιού έως το 1836. Περισσότεροι από πενήντα Σιφνιοί αναδείχθηκαν σε αρχιερείς περίφανών θρόνων.

Από το 1770-1774 η Σίφνος διετέλεσε υπό ρωσική κατοχή.

Στον κατάλογο των ορκισμένων φιλικών αναφέρονται και οι Σίφνιοι: Νικόλαος Γρυπάρης, Δημήτριος Λαγός και Γεώργιος Μπάος. Το 1821 ο σχολάρχης Νικόλαος Χρυσόγελος (1780-1857) ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης στη σχολή της Σίφνου και αφού τέθηκε επικεφαλής 150 Σιφνιών πολεμιστών αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο, όπου ανέπτυξε πολύμορφη αγωνιστική δράση. Διετέλεσε υπουργός Παιδείας επί Καποδίστρια και υπήρξε ο θεμελιωτής της Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Το 1883 οι Καμάρες καθιερώθηκαν ως επίσημο λιμάνι του νησιού, ενώ το 1914 ο ενιαίος Δήμος Σίφνίων που ιδρύθηκε το 1836 διαιρέθηκε σε δύο Κοινότητες της Απολλωνίας και του Αρτεμώνα.
Από το 1941-1944 η Σίφνος γνώρισε την ιταλική κατοχή.

Από το 1999
οι δύο Κοινότητες της Σίφνου ενώθηκαν και αποτελούν τον ενιαίο Δήμο Σίφνου.